Άρθρα
20/09/2019
ΙΡΛΑΝΔΙΑ - Αναβάπτιση στην Ανθρωπιά και στην Ποιότητα Ζωής
Του Δρα Λουκά Αριστοδήμου


Πρόσφατα είχα την τύχη να βρεθώ για μερικές μέρες στο Δουβλίνο, πρωτεύουσα της Ιρλανδικής Δημοκρατίας. Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη σ αυτή τη χώρα. Ήρθα πίσω κυριολεκτικά αναγεννημένος. Μια αναγέννηση που με ταξίδεψε σχεδόν μισό αιώνα πίσω, όπως ήταν και η Κύπρος μας τότε, στον χαρακτήρα και την ποιότητα του Ανθρώπου με «Α» κεφαλαίο, αλλά με ταξίδεψε και 20 χρόνια μετά από τώρα, που η Κύπρος αμφιβάλλω αν θα φτάσει τότε, την ανθρώπινη ποιότητα της καθημερινότητας. Άνθρωποι που γελούν, Άνθρωποι που μιλούν, Άνθρωποι που είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν, Άνθρωποι που τους εμπιστεύεσαι στην πρώτη ματιά και το αποδεικνύουν στο καθημερινό τους πάρε-δώσε. Με ηθική στο ντύσιμο τους, καθαροί με δρόμους και πεζοδρόμια σαν σαλόνια, που ενώ κυκλοφορούν χιλιάδες, δε βλέπεις ούτε ένα αποτσίγαρο, ούτε ένα χαρτάκι. Αληθινά σε συνεπαίρνει! Δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις. 

Δεν είναι καθόλου δύσκολο και δε χρειάζεται ψάξιμο, πως η Ιρλανδία είναι μια χώρα με πολύ ψηλά επίπεδα ποιότητας ζωής. Αυτό αναδύεται ξεκάθαρο παντού, γιατί η ζωή και τα πάντα γύρω από αυτήν είναι σχεδιασμένα και καμωμένα για ανθρώπους και όχι για το χρήμα και τα συμφέροντα. Κάνοντας μια αβίαστη σύγκριση, ένιωσα πως εμείς, όχι μόνο χάσαμε το μέτρο αλλά, μαζί με τα άγονα και φθοροποιά χρόνια που πέρασαν, από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετία του ’60 και μετά, χάσαμε και τους ίδιους τους εαυτούς μας και πως ποτέ πια δε θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε για να διορθώσουμε το κακό που έγινε. Ακόμα κι αν το δούμε και το αναγνωρίσουμε, η ανεμοζάλη του χρήματος και του υλικού συμφέροντος είναι τέτοια που δε θα μας επιτρέψει ποτέ πια, να ξαναβρούμε τους παραδοσιακούς εαυτούς μας. Τα τελευταία δείγματα ήδη ψυχομαχούν σε μερικές εκατοντάδες γνήσιους κυπραίους, ξεχασμένοι σε κάποια ξεχασμένα χωριά μας που… «έκοψαν πίσω».

Είναι πολύ δύσκολο να επιλέξεις με τι να αρχίσεις και τι απ’ όλα να περιγράψεις. Από την άλλη δε χρειάζεται και να προβληματιστείς πολύ. Ο άνθρωπος σου λέει παντού εγώ είμαι εδώ και όλα περιστρέφονται γύρω από μένα. Το κύριο χαρακτηριστικό σε όλες της πτυχές της καθημερινής ζωής η ΑΠΛΟΤΗΤΑ και η ΓΑΛΗΝΗ. Αυθόρμητα, ψάχνοντας για παραλληλισμό, βρέθηκα στη Σουηδία, στην οποία ταξίδεψα πολλές φορές και δούλεψα. Με τη διαφορά όμως ότι οι ρυθμοί εδώ είναι πιο χαλαροί, οι άνθρωποι πιο ζεστοί και πιο γελαστοί, πιο φιλόξενοι και σίγουρα πιο κοντά στο δικό μας ταμπεραμέντο, εξαιρουμένου όμως του εγωισμού, της φαντασίας και της υπεροψίας. Όλα είναι, εν σοφία, απλά και όμορφα. Δεν τους χρειάστηκαν ουρανοξύστες και απαστράπτουσες πολυτέλειες. Αντίθετα διατήρησαν και συντήρησαν την παράδοση, την οικογένεια και τις παραδοσιακές οικογενειακές γειτονιές με πληθώρα σπιτιών με Γεωργιανή Αρχιτεκτονική εποχής.

Ο εντυπωσιασμός ξεκίνησε από την υποδοχή στο αεροπλάνο. Ταξίδεψα πολύ στη ζωή μου, είτε από αγάπη, είτε από επαγγελματική ανάγκη, αφού πέρα από τη συνεχή αναζήτηση νέων τεχνολογιών για τη βιομηχανία στην οποία ήμουν διευθυντής, υπήρξα και εξωτερικός σύμβουλος της Κοινοπολιτείας. Δε θυμάμαι ποτέ, σε καμιά αερογραμμή και σε καμιά χώρα τέτοια υποδοχή. Στο αεροπλάνο δεν υπήρχε διάκριση (πρώτη θέση και οικονομική). Τυχαία στη Λάρνακα μου δόθηκε η θέση νούμερο 2, διάδρομος, δε χόρταινα να εκπλήσσομαι, πώς δύο αεροσυνοδοί (γυναίκα και άντρας) ντυμένοι στην πράσινη στολή τους (όπως το χρώμα από τη σημαία της χώρας τους) να καλωσορίζουν με πλατύ αληθινό χαμόγελο τον κάθε επιβάτη ρωτώντας πώς είναι σήμερα (how are you today?). Κάποιοι δικοί μας θα έλεγαν και τον λον τους: «χωρκατιλλίκια»…

Ακολούθησε η εντύπωση από το αεροδρόμιο. Σύγχρονο, άνετο και καλά οργανωμένο μέσα και έξω. Δε χρειάζεται να ρωτήσεις τίποτε. Ήταν κοντά μεσάνυχτα και, μετά από 9 ώρες στ’ αεροπλάνα και στα αεροδρόμια, η κούραση γίνεται αισθητή και βιάζεσαι να φτάσεις στο ξενοδοχείο να παραδοθείς στα χέρια του μορφέα. Ακολουθώντας τα σήματα βρέθηκα μπροστά σε μια πανύψηλη κυλιόμενη σκάλα που οδηγούσε προς τα ταξί. Από εκεί ψηλά και ενώ η σκάλα άρχισε να με κατεβάζει τρομοκρατήθηκα. Αντίκρισα κάτω να απλώνεται μια τεράστια τριπλή οφιοειδής ουρά αναμονής. Τέτοια ώρα, μη έχοντας γνώση των δημόσιων συγκοινωνιών της χώρας, ή ακόμα χειρότερα κουβαλώντας την κάκιστη εμπειρία από τη χώρα σου, δεν επιλέγεις άλλο μέσο παρά το ταξί. Το ίδιο φαίνεται επέλεξαν και άλλοι πολλοί. Υπολόγισα 3χ100 μέτρα ουρά, πάνω από 150-200 άτομα. Απογοητεύτηκα και ήταν και το κρύο. Έφυγα από τους 37 βαθμούς το πρωί και βρέθηκα στους 7 τα μεσάνυκτα. Ακόμα και στις Βρυξέλλες με μια ουρά 50-60 άτομα χρειάζεσαι 45 λεπτά να πάρεις ταξί. Με πλάκωσε η απογοήτευση και μελαγχόλησα. Πάει ο ύπνος μου, σκέφτηκα. Η απογοήτευση όμως δεν κράτησε για πολύ, αφού ακόμα πριν κατεβώ τελείως τη σκάλα, είδα τα ταξί  να έρχονται σε ριπές των 4-5 και σε συχνά μικρά χρονικά διαστήματα.

Χωρίς πολλά λόγια σε 25 περίπου λεπτά (3 λεπτά πριν τα μεσάνυχτα) έμπαινα στο ταξί. Στο ταμπλό μπροστά, με μεγάλα γράμματα το όνομα και ο αριθμός της άδειας του οδηγού, ο δε μετρητής καταγραφής του ποσού ευκρινέστατος. Το ταμπλό του αυτοκινήτου ήταν γεμάτο με πλαστικά ζωάκια, με μεγαλύτερο ένα από κείνα τα σκυλάκια με ελατήριο που κουνούν το κεφάλι. Είχα να δω κάτι τέτοιο από την παιδική μου ηλικία. Προς στιγμή σκέφτηκα ότι έπεσα σε κάποιο παράξενο έως εκκεντρικό οδηγό. Δεν ήταν όμως, παρά ένας εξαίρετος ηλικιωμένος μελαμψός, απλός και ομιλητικός κύριος, που πολύ γρήγορα τον συμπάθησα. Με ρώτησε τα τυπικά από πού είμαι, αν ταξιδεύω πολλές ώρες κλπ. Όταν του είπα Κύπρο, έδειξε να ξέρει. Α, λέει κι εσείς νησί, αλλά μικρό και με προβλήματα. Εμείς έχουμε ησυχία. Με ρώτησε για τον καιρό, για την ιστορία, ήξερε για τον Μακάριο για τον οποίο εκφράστηκε με θαυμασμό και διάφορα άλλα. Ψέλλισε και κάποιο τραγούδι από τα δικά τους. Μπαίνοντας στην πόλη μου έκαναν εντύπωση τα παλιά παραδοσιακά σπίτια και το επεσήμανα. Α, μου λέει, ναι οικογενειακές γειτονιές, ήσυχα και έξω από την πόλη. Μετά από μια απόσταση περίπου όπως η Λευκωσία-Λάρνακας και μισή ώρα περίπου φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Είναι καινούριο μου λέει, περίπου έξι μηνών. Το ταξίμετρο έγραψε €20,20. Έβγαλα και του έδωσα €25. Όχι, μου λέει. μόνο 20 θα πάρω από σένα και μου έδωσε πίσω τα 5 μαζί με την απόδειξη, που πριν προλάβω να του ζητήσω είχε ήδη τυπώσει. Εγώ που περίμενα να πληρώσω €50 και για τσάντα κλπ, έμεινα άφωνος και ένοιωσα άβολα. Δεν μου έδωσε όμως χρόνο. Βγήκε, άνοιξε, μου έδωσε τη βαλίτσα, μου έσφιξε το χέρι με καληνύχτισε και μου ευχήθηκε καλή παραμονή.

Ήμουν κουρασμένος, πεινασμένος και ήθελα κι ένα μπουκάλι νερό για το βράδυ. Μόλις η νεαρή κοπέλα στη ρεσεψιόν μου έκανε την εγγραφή και μου έδωσε δωμάτιο τη ρώτησα αν από το εστιατόριο μπορώ να έχω ένα σάντουιτς και νερό. Όχι μου λέει, τέτοια ώρα είναι κλειστό. Το δωμάτιο δεν έχει ψυγειάκι μου λέει, αλλά θα σου δώσω εγώ δωρεάν ένα μπουκαλάκι νερό. Όμως, πεινούσα. Οι αερογραμμές πλέον δεν δίνουν ούτε ένα σνακ και δεν πρόλαβα να αγοράσει κάτι. Η κοπέλα κατάλαβε. Άσε τη βαλίτσα σου μου λέει, βγες έξω και στη γωνία δεξιά θα βρεις ένα μαγαζάκι που κάνει σάντουιτς. Πήγα, πήρα ένα σάντουιτς με στήθος κοτόπουλο σε φραντζόλα (μπαγκέτα) και σαλάτα. Η νεαρή που το έφτιαξε ήταν άψογα ντυμένη με άσπρη ρόμπα, καπελάκι και γάντια. Τύπωσε την τιμή σε μια ετικέτα, €2,99, την κόλλησε για να κλείσει το περιτύλιγμα του σάντουιτς και μου είπε να πάρω και ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο απέναντι της και πίσω μου. Το πήρα και πήγα στο ταμείο να πληρώσω. Ο νεαρός στο ταμείο δεν είδε το νερό και μου λέει ευχαριστώ, αλλά πήρες το νερό σου; Ναι, του απάντησα και έφυγα εντυπωσιασμένος από την ευγένεια αλλά και την τιμή.

 


Copyright @ 2009-2019. Design & Development by Cytacom Solutions Ltd
 
Hosted by